Σελίδες

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

11. Ζώα και εργασίες

11. Ζώα και εργασίες
(Ζά κιη δ’λιιές)

Μάρτιος 2015/Έκδοση 1
(σύνολο λημμάτων: 108)

Πίνακας όρων που αφορούν ζώα και γεωργικές εργασίες
που εκτελούνται με τη βοήθεια ζώων

Α/Α
ΟΡΟΣ Η ΕΚΦΡΑΣΗ
στο Σαμιακό Ιδίωμα
ΟΡΟΣ Η ΟΡΙΣΜΟΣ
στην Κοινή Νεοελληνική
[Σε αγκύλες: πραγματολογική ή ετυμολογική πληροφορία]
(Σε παρένθεση: παράδειγμα χρήσης)

  1.  
dουβένι
σανίδα με πριόνια στην μια της πλευρά που σύρεται από το ζώο στο αλώνι και κόβει τα στάχυα.
συνώνυμο: ζβάνα

  1.  
dουρμούκι
βωλοκόπος, σανίδα με καρφιά στην μια της πλευρά που σύρεται από το ζώο πάνω στο οργωμένο χωράφι και το ισιώνει σπάζοντας τους σβόλους·
μεταφ. ηλίθιος
[<τουρκ. durmak]

  1.  
άγανου
άγανο

  1.  
αζηυγάρ’στους
αζευγάριστος, που δεν έχει ζευγαριστεί, που δεν έχει οργωθεί

  1.  
αλέτρι
αλέτρι

  1.  
αλουγιίσους
αλογίσιος

  1.  
άλουγου
άλογο

  1.  
αλουνιίζου
αλωνίζω

  1.  
αλώνι
αλώνι

  1.  
αλώνι’ζμα
αλώνισμα

  1.  
αμ’νούχι’στους
αμουνούχιστος, μη ευνουχισμένος, βαρβάτος
συνώνυμο: βαρβάτους

  1.  
ανηφαdαλιιάζουμη
τρομάζω, ξαφνιάζομαι.
(του ζό ανηφαdαλιιάστ’κιη = το ζώο ξαφνιάστηκε, τρόμαξε)

  1.  
αυλακιιά
αυλακιά

  1.  
αυτχιάζουμη
αυτιάζομαι, στήνω αυτί, ορθώνονται τα αυτιά μου (για ζώο)

  1.  
άχιυρου
άχυρο

  1.  
βαρβάτους
βαρβάτος, μη ευνουχισμένος
συνώνυμο: αμ’νούχι’στους

  1.  
γαϊδούρ’
γαϊδούρι

  1.  
γαϊδουράκι
γαϊδουράκι

  1.  
γαϊδουρίσους
γαϊδουρίσιος, γαϊδουρινός

  1.  
γαϊδουρουμούλαρου
γαϊδουρομούλαρο, μουλάρι με πατέρα άλογο και μητέρα γαϊδάρα

  1.  
γαλιίκι
γαλίκι, μεγάλο κοφίνι από καλάμια
[< ζαλίκι, φορτίο]

  1.  
γιιακάς
περιλαίμιο, λαιμαριά ζώου
[<τουρκ. yaka]

  1.  
γιύφτους
σιδηρουργός, πεταλωτής

  1.  
γκαρίζου
γκαρίζω

  1.  
δημάτ’
δεμάτι

  1.  
δηρμάτ’
δερμάτι, τουλούμι, ασκί

  1.  
δρημόνι’, δηρμόνι
χοντρό κόσκινο
[ < δέρμα]

  1.  
ζβάνα
σανίδα με πριόνια στην μια της πλευρά που σύρεται από το ζώο στο αλώνι και κόβει το άχυρο.
συνώνυμο: dουβένι
[<τουρκ. zivana]

  1.  
ζβόλους
σβόλος
[ < βόλος, τους βόλους]

  1.  
ζ’γός
ζυγός

  1.  
ζ’δηρουπάλ’κου
σιδεροπάλουκο, σιδερένιο παλούκι
[ < σ’δηρουπάλ’κου < σίδερο + παλούκι]

  1.  
ζεύου
ζεύω

  1.  
ζηυγαρ’ζ’μένους
ζευγαρισμένος, οργωμένος

  1.  
ζηυγάρ’ζμα
ζευγάρισμα, όργωμα

  1.  
ζηυγαργιά
ζευγαριά, όργωμα μιας ημέρας

  1.  
ζηυγαρίζου
ζευγαρίζω, οργώνω

  1.  
ζό πληθ. ζά
ζώο

  1.  
θ’κούλι
διχαλωτό ξύλο, δίκρανο (με το οποίο ανασηκώνονται και απλώνονται τα στάχυα στο αλώνι)
[ < δ’κούλι’ < δικούλι < διχάλι < αρχ. δίχαλον]
(Το θ’κούλιήταν από κλαδί δέντρου με φυσική διχάλα)

  1.  
Θα πχιάσου καμνιά στρουπίνα!
πρόσεξε γιατί θα σε κυνηγήσω, θα σε δείρω! (απειλή για ξυλοφόρτωμα)
[ < θα πιάσω καμιά στρουπίνα]
Βλέπε: στρουπίνα.

  1.  
θημουνιιά
θημωνιά

  1.  
καβάλα
ίππευση, καβάλα

  1.  
καβάλα πανουσάμαρα
καβάλα πανωσάμαρα, ίππευση στην κορυφή του σαμαριού ανάμεσα στα φορτία των δύο πλευρών του σαμαριού

  1.  
καβάλα στου gώλου
καβάλα στα καπούλια του ζώου

  1.  
καβάλα στου σαμάρ’
καβάλα στο σαμάρι

  1.  
καβάλα τ’ αdρίκιια
αντρική ίππευση, ίππευση διχαλωτά, καβάλα με το ένα πόδι από τη μια πλευρά του ζώου και το άλλο από την άλλη
[ < καβάλα τα αντρικά]

  1.  
καβάλα τα γι’ναίκιια
γυναικεία ίππευση, καβάλα και με τα δύο πόδια από τη μια πλευρά του ζώου (συνήθως την δεξιά)
[ < καβάλα τα γυναικεία]

  1.  
κάβουρας
μεταλλικός γάντζος του σαμαριού από τον οποίο περνιέται και στερεώνεται το σκοινί (η καναβγιά)

  1.  
καλάθ’
καλάθι
(συνήθως «πλεγμένο» από καλάμια)

  1.  
καλπάζου
καλπάζω

  1.  
καναβγιά
καναβιά, το σκοινί του σαμαριού

  1.  
κάνου καβάλα
κάνω καβάλα, ιππεύω

  1.  
καπίστρι
χαλινάρι

  1.  
καρπουλόϊ
μεγάλη ξύλινη «πιρούνα» που χρησιμοποιείται για το ξανέμισμα του άχυρου στο αλώνι και την συλλογή του καρπού
[ < καρπολόι < αρχ. καρπολόγος < καρπός + λέγω (= συλλέγω)]
(Σε αντιδιαστολή με το θ’κούλιπου ήταν από κλαδί δέντρου με φυσική διχάλα, το καρπουλόϊ κατασκευαζόταν από μαραγκό κι είχε κυριολεκτικά τη μορφή πιρουνιού)

  1.  
κασαϊά
βούρτσα ή ξύστρα για καθαρισμό  του ζώου
[ < τουρκ. kasaya]

  1.  
κασαΐζου
καθαρίζω το ζώο με κασαϊά

  1.  
κότσαλου
κότσαλο, χοντρό άχυρο
[ < κόψαλο]

  1.  
κουστάου
καλπάζω, αναγκάζω το ζώο να καλπάσει
[κουστάου < κουστάω < κοστάω < αρχ. κοστάω (για άλογα = τρέφομαι καλά με κριθάρι (κοστή))]
(Βλέπε και: του κουστάου του μ’λάρ’)

  1.  
κόφα, πληθ. κόφης
κόφα, μεγάλο κοφίνι

  1.  
κουφίνι
κοφίνι
(συνήθως «πλεγμένο» από βέργες λυγαριάς)

  1.  
μ’λάρ’
μουλάρι

  1.  
μ’λαράκι
μουλαράκι

  1.  
μ’λαρένιιους
μουλαρένιος
συνώνυμο: μ’λαρίσους

  1.  
μ’λαρίσους
μουλαρίσιος
συνώνυμο: μ’λαρένιιους

  1.  
μ’νουχιίζου
μουνουχίζω, ευνουχίζω
[< μνουχίζω < βνουχίζω < ευνουχίζω]

  1.  
μ’νούχους
μουνούχος, ευνουχισμένο ζώο
[< μνούχος < βνούχος < ευνούχος]

  1.  
ξέστρουτους
χωρίς σαμάρι, ξεσαμάρωτος
συνώνυμο: ξησαμάρουτους

  1.  
ξηζεύου
ξεζεύω, χωρίζω τα ζώα από τον ζυγό

  1.  
ξηλιύνουμη
λύνομαι, ελευθερώνομαι από το δέσιμο
[ξελύνομαι]

  1.  
ξησαμάρουτους
χωρίς σαμάρι, ξεσαμάρωτος
συνώνυμο: ξέστρουτους

  1.  
ξησαμάρώνουμη
ξεσαμαρώνομαι, μου βγάζουν το σαμάρι, μου φεύγει το σαμάρι

  1.  
π’λάρ’
πουλάρι

  1.  
π’λαράκι
πουλαράκι

  1.  
π’σ’τχιά
δερμάτινη λουρίδα στο πίσω μέρος του σαμαριού, η οποία περνάει πίσω από τα οπίσθια του ζώου και κάτω από την ουρά του για να συγκρατεί το σαμάρι στον κατήφορο
[ < πισωτιά < οπισθία]

  1.  
παίρνου δρόμου
παίρνω δρόμο, ξαφνιάζομαι και τρέχω

  1.  
παλούκι
παλούκι, μικρός πάσαλος
(ξύλινο ή μεταλλικό πασαλάκι το οποίο μπήγεται στο χώμα και στο οποίο δένεται η άκρη του καπιστριού του ζώου για να μην απομακρύνεται αυτό)

  1.  
πανουκάβαλου
πανωκάβαλο, δερμάτινη λουρίδα στο πίσω μέρος του σαμαριού, η οποία περνάει πάνω από τα καπούλια του ζώου, και κάθετα προς την  π’σ’τχιά για να την συγκρατεί ώστε να μην πέφτει χαμηλά και εμποδίζει το ζώο στο περπάτημα
[< πάνω + καβάλα]

  1.  
πέταλου
πέταλο

  1.  
πηταλόπρουκα
πεταλόπροκα
[ < πέταλο + πρόκα]
(τα σιδερένια καρφιά με τα οποία ο πεταλωτής στερεώνει το πέταλο στην οπλή του ζώου)

  1.  
πηταλουτής
πεταλωτής

  1.  
πηταλώνου
πεταλώνω

  1.  
πρόκα
πρόκα, μεγάλο καρφί

  1.  
προυgάου, bρουgάου
διώχνω με θόρυβο, ξαφνιάζομαι και τρέχω
[ < πρόγκα < σλαβ. pruca]
(πρόgι’ξη του ζό)

  1.  
π’χός
μπουχός, λεπτή αχυρόσκονη (συνηθισμένη στο αλώνισμα)
[π’χός < b’χός < bουχός < μπουχός]
(Πήγα στ’ αλώνι’ κιη γιέμ’σα π’χό = Πήγα στο αλώνι και γέμισα μπουχό)

  1.  
σαμάρ’
σαμάρι

  1.  
σαμαρουμένους
σαμαρωμένος
[Μετοχή παθ. παρακειμένουτου ρ. σαμαρώνου]

  1.  
σαμαρώνου
σαμαρώνω, βάζω σαμάρι σε ζώο

  1.  
σέρνου
σέρνω

  1.  
σουβλί
κομμάτι βέργας από κατασκευής μυτερό, ή ειδικά πελεκημένο, στη μια του άκρη που πιέζεται πάνω στο δέρμα του ζώου και το ερεθίζει ώστε αυτό να προχωρεί πιο γρήγορα

  1.  
σουβλάου, σουβλώ
κεντρίζω, πιέζω το σουβλί πάνω στο δέρμα του ζώου για να το αναγκάσω να προχωρεί πιο γρήγορα
[ < σουβλί]

  1.  
σουρός
σωρός

  1.  
στα τέσσηρα
στα τέσσερα, και με τα τέσσερα πόδια το ένα μετά το άλλο διαδοχικά
(τρέξιμο του ζώου, με ασυγχρόνιστα πόδια, σε αντίθεση με τον καλπασμό, όπου τα δύο μπροστικά πόδια συγχρονίζονται και τα δύο οπίσθια επίσης)

  1.  
στάχι
στάχυ

  1.  
στρουμένους
στρωμένος
Βλέπε: στρώνου του ζό, στρώνου του χουράφ’.

  1.  
στρουπαρόλι
μικρό καρφί με πλατύ κεφάλι
[στρουπαρόλι< τρουπώνω < τρυπώνω]
(Πολλά στρουπαρόλιια κάρφωνε ο τσαγκάρης κάτω από τις σόλες των παπουτσιών – ιδίως των άρβυλων, που φοριούνταν στις γεωργικές δουλειές – για να μην φθείρονται/λιώνουν γρήγορα)

  1.  
στρουπίνα
ξύλο με διχάλα στην άκρη του που στήνεται όρθιο για να υποστηρίζει το φορτίο της μιας πλευράς του σαμαριού ενός ζώου ωσότου φορτωθεί και η αλλη πλευρά του σαμαριού και εξασφαλιστεί η ισορροπία των δύο φορτίων.
[μεγεθυντικό του αρχ. τρόπις]
συνώνυμο: φουρτουτήρα

  1.  
στρώνου του ζό
σαμαρώνω το ζώο
συνώνυμο: σαμαρώνου του ζό

  1.  
στρώνου του χουράφ’
ισιώνω το φρεσκοοργωμένο χωράφι

  1.  
συρdάρ’
συρντάρι, η αλυσίδα και το σχοινί του καπιστριού
[ < συρτάρι]

  1.  
συρdαρόσκι’νου
σχοινί του συρdαργιού

  1.  
του κουστάου του μ’λάρ’
το κουστάω το μουλάρι = αναγκάζω το μουλάρι να καλπάσει
(Βλέπε και το ρήμα: κουστάου)

  1.  
τσαλι’τράνι’, τσαλιτράζι
νυχοκόπτης του πεταλωτή, κοφτερό όργανο του πεταλωτή με το οποίο έκοβε στην άκρη το νύχι της οπλής του ζώου για να το ισιώσει και να τοποθετήσει το πέταλο

  1.  
τσαχπίνι’κου
τσαχπίνικο, περπάτημα ζώου με συχρονισμό του μπροστινού αριστερού ποδιού με το πίσω δεξιό και του δεξιού μπροστινού ποδιού με το πίσω αριστερό

  1.  
ύgλα
ύγγλα

  1.  
υνιί
υνί

  1.  
φουρτουτήρα
φορτωτήρα, ξύλο με διχάλα στην άκρη του που στήνεται όρθιο για να υποστηρίζει το φορτίο της μιας πλευράς του σαμαριού ενός ζώου ωσότου φορτωθεί και η αλλη πλευρά του σαμαριού και να εξασφαλιστεί η ισορροπία των δύο φορτίων.
συνώνυμο: στρουπίνα

  1.  
χαβγιά
φίμωτρο αλόγου ή μουλαριού με σιδερένιο στέλεχος που περνάει μέσα στο στόμα του ζώου για να μη δαγκώνει
[μσν. χάβος =  χαλινός]

  1.  
χιέρσους
χέρσος

  1.  
χλιιμιdράου
χλιμιντρίζω, χρεμετίζω


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου