Σελίδες

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

10. Διαδοχές συμφώνων στο Σαμιακό Ιδίωμα – Πίνακας 1 Διμελή συμπλέγματα του φθόγγου [v-]

10.  Διαδοχές συμφώνων στο Σαμιακό Ιδίωμα


Οι διαδοχές συμφώνων στο ΣαμΙ είναι πολύ περισσότερες από εκείνες της Κοινής Νεοελληνικής (ΚΝ). Σχεδόν κάθε συμφωνικός φθόγγος του ΣαμΙ μπορεί να ακολουθηθεί από οποιονδήποτε άλλον συμφωνικό φθόγγο, αφού με την παράλειψη πολλών άτονων [i] και πολλών άτονων [u] «έρχονται σε επαφή» τα σύμφωνα των διαδοχικών συλλαβών. Για την παρουσίαση των διμελών συμφωνικών συμπλεγμάτων συντάσσονται 27 πίνακες, ένας για κάθε σύμφωνο ως πρώτο μέλος του συμπλέγματος. Στην πρώτη στήλη κάθε πίνακα δίνεται ο διεθνής συμβολισμός του συμπλέγματος. Στη δεύτερη στήλη δίνονται οι περιπτώσεις συμβολισμού στη γραφή του ΣαμΙ. Στην τρίτη στήλη δίνονται παραδείγματα λέξεων ή φράσεων όπου απαντά το συγκεκριμένο σύμπλεγμα.

Πίνακες διμελών συμφωνικών συμπλεγμάτων του Σαμιακού Ιδιώματος

Πίνακας 1  Διμελή συμπλέγματα του φθόγγου [v-]
Διεθνής συμβο­λισμός
Συμβολισμός στο ΣαμΙ
Παραδείγματα λέξεων ή φράσεων
[vv]
β’β, β’ β
ύ’ β
β’βός (βουβός), ένα κ’τάβ’ βρέθ’κιη (ένα κουτάβι βρέθηκε),
μαειρεύ’ βρούβης (μαγειρεύει βρούβες)
[vγ]
βγ, υγ
β’ γ, ύ’ γ
βγάζου (βγάζω), φηυγάτη! (φύγετε!),
ένα καράβ’ γαλλικό (ένα καράβι γαλλικό), χαϊδεύ’ γάτης (χαϊδεύει γάτες)
[vj]
βγι, υγι
β’ γι, ύ’ γι
βγιαίνου (βγαίνω), φηυγιιό (φευγιό, φυγή),
του καράβ’ γιέρνι’ (το καράβι γέρνει), ψαρεύ’ γιύλι’ (ψαρεύει γύλους)
[vδ]
βδ, υδ, β’δ
β’ δ, ύ’ δ
βδέλλα, αυδά (εδωνά), β’δάκι’ (φιδάκι),
καράβ’ δανέζ’κου (καράβι δανέζικο), γιυρεύ’ δ’λιειά (γυρεύει δουλειά)
[vz]
υζ,
β’ζ
β’ ζ, ύ’ ζ
υζουνάκι’ (ευζωνάκι)
β’ζί (βυζί)
κλέβ’ ζά (κλέβει ζώα), γιιατρεύ’ ζά (γιατρεύει ζώα)
[vθ]
β’θ,
β’ θ, ύ’ θ
ρηβ’θχιού (ρεβιθιού),
κλέβ’ θ’κιέλιια (κλέβει δικέλλια), γιυρεύ’ θάλασσα (γυρεύει θάλασσα)
[vk]
β’κ,
β’ κ, ύ’ κ
μανάβ’κου (μανάβικο),
κλέβ’ κότης (κλέβει κότες), παστρεύ’ κ’κιιά (καθαρίζει κουκιά)
[vc]
β’κι,
β’ κι, ύ’ κι
ανέβ’κιη (ανέβηκε),
κλέβ’ κιηράσα (κλέβει κεράσια), γιυρεύ’ κιέρματα (γυρεύει κέρματα)
[vl]
βλ, υλ,
β’λ,
β’ λ, ύ’ λ
βλέπου (βλέπω), πύραυλους (πύραυλος),
ανημουστρόβ’λους (ανεμοστρόβιλος),
κόβ’ λημόνιια (κόβει λεμόνια), γιυρεύ’ ληφτά (γυρεύει λεφτά)
[vʎ]
βλι, υλι, β’λι,
β’ λι, ύ’ λι
βλιίτου (βλίτο), σουραύλι’ (σουραύλι), β’λιιάζου (βουλιάζω),
κλέβ’ λιίρης (κλέβει λίρες), γιυρεύ’ λιίπαζμα (γυρεύει λίπασμα)
[vm]
υμ, β’μ,
β’ μ,
ύ’ μ
τραύμα (τραύμα), τράβ’μα (τράβηγμα),
κόβ’ μουνέδα (κόβει μονέδα = βγάζει πολλά λεφτά),
γιυρεύ’ μάραθου (γυρεύει μάραθο)
[vn]
υν, β’ν,
β’ ν, ύ’ ν
ηυνουώ (ευνοώ), β’νό (βουνό),
κλέβ’ νηρό (κλέβει νερό), γυρεύ’ νηρό (γυρεύει νερό)
[vɲ]
υνι, β’νι,
β’ νι, ύ’ νι
εύνιοια (εύνοια), καρβ’νιιάρ’ς (καρβουνιάρης),
ράβ’ νιυφικά (ράβει νυφικά), γυρεύ’ νιύφ’ (γυρεύει νύφη)
[vŋ]
[vp]
β’ π, ύ’ π
του κ’τάβ’ παίζ’ (το κουτάβι παίζει), γιιατρεύ’ πόνι(γιατρεύει πόνους)
[vr]
βρ, υρ,
β’ ρ, ύ’ ρ
βρούβης (βρούβες), ταύρους (ταύρος),
ράβ’ ρούχα (ράβει ρούχα), γυρεύ’ ρηπό (γυρεύει ρεπό)
[vs]
β’σ, β’ς
β’ σ, ύ’ σ
άβ’σσους (άβυσσος), ρόβ’ς (ρόβης),
τ’ φόβ’ σ’ (του φόβου σου), γυρεύ’ σανό (γυρεύει σανό)
[vt]
β’τ,
β’ τ, ύ’ τ
β’τώνου (βυτώνω = γεμίζω βυτίο),
τ’ φόβ’ τ’ (του φόβου του), γυρεύ’ τα ρέστα (γυρεύει τα ρέστα)
[vf]
β’ φ,
ύ’ φ
ράβ’ φουρέματα (ράβει φορέματα)
μαειρεύ’ φάβα (μαγειρεύει φάβα)
[vχ]
β’χ,
β’ χ,
ύ’ χ
ξηρόβ’χας (ξερόβηχας),
του κ’τάβ’ χάθ’κιη (το κουτάβι χάθηκε),
ψαρεύ’ χάνι’ (ψαρεύει χάνους)
[vç]
β’χι,
β’ χι,
ύ’ χι
ξηρόβ’χιης (ξερόβηχες),
του π’λάβ’ χιύθ’κιη (το πιλάφι χύθηκε)
ψαρεύ’ χιέλιια (ψαρεύει χέλια)
[vg]
β’g,
β’ g,
ύ’ g
β’gάρ’ (φεγγάρι),
του κ’τάβ’ gρημίστ’κιη (το κουτάβι γκρεμίστηκε)
γυρεύ’ gόμηνα (γυρεύει γκόμενα)
[vɟ]
β’ gι,
ύ’ gι,
κλέβ’ gιδώνιια (κλέβει κυδώνια),
ψαχ’λεύ’ gιιούμνα (ψαχουλεύει γκιούμνα)
[vb]
β’ b,

β’ b,
ύ’ b
του καράβ’ bήκιη στου λι’μανάκι’ (το καράβι μπήκε στο λιμανάκι)
κλέβ’ bανάνης (κλέβει μπανάνες),
μαειρεύ’ bάμνιης (μαγειρεύει μπάμιες)
[vd]
β’d
β’
d,
ύ’d
κρύβ’dη (κρύβονται),
κλέβ’ dουμάτης (κλέβει ντομάτες),
μαειρεύ’ dουμάτης (μαγειρεύει ντομάτες)
[vʦ]
β’τσ,
β’ τσ, ύ’ τσ,
β’τσίζου (βιτσίζω = χτυπώ με βίτσα),
κλέβ’ τσάντης (κλέβει τσάντες), γυρεύ’ τσακουμό (γυρεύει τσακωμό)
[vʣ]
βτζ,
β’ τζ, ύ’ τζ
αβτζής (κυνηγός),
κλέβ’ τζάνηρα (κλέβει τζάνερα), μαζεύ’ τζιτζίρ’ (< τζιτζίροι, μαζεύει τζιτζίκια)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου