Σελίδες

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

13. Παρατσούκλια του Παγώνδα

Ν. Κ. Δεμερτζής/2016
(Επιμέλεια: Κ. Βαλεοντής)

Παρατσούκλια του Παγώνδα
(Παραgώμνια τ’ Παώdα)

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΩΝΥΜΙΩΝ
ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΕΖΗΣΑΝ Ή ΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΓΩΝΔΑ ΤΗΣ ΣΑΜΟΥ

(297 παρωνύμια)

Στον κατάλογο που ακολουθεί περιλαμβάνονται παρωνύμια (παρατσούκλια) – στο Σαμιακό ιδίωμα: παραgώμνια – ανθρώπων που έζησαν ή και ακόμα ζουν στον Παγώνδα της Σάμου. Είναι όσα μπόρεσε να θυμηθεί ο Ν. Κ. Δεμερτζής τα οποία και καταγράψαμε ύστερα από συζητήσεις μαζί του τα τελευταία καλοκαίρια στη Σάμο. Καθένα από τα παρωνύμια αυτά αφορά κάποιο χαρακτηριστικό ή κάποιο γεγονός που σχετίζεται με το πρόσωπο που αφορά, στην καταγραφή του οποίου (στη στήλη «Σχόλια») τηρήθηκε κάποια «πολιτική ορθότητα». Σκοπός του παρόντος καταλόγου δεν είναι να εκτεθούν προσωπικά δεδομένα των συγκεκριμένων ανθρώπων – γι αυτό και δεν αναφέρονται τα πραγματικά ονόματα των ανθρώπων – αλλά να αναδειχθεί η έκταση του φαινομένου της παρωνυμίας (παραgώμνιαζμα) που υπήρχε στο συγκεκριμένο χωριό.

Σημείωση
Σε κάποιες περιπτώσεις όπου υπάρχει αναντιστοιχία του γραμματικού γένους του άρθρου (ου / η /του) με το φυσικό γένος του προσώπου ακολουθεί σε παρένθεση η λέξη «άντρας» ή η λέξη «γυναίκα».
Κ.Β.

Α/Α
Παρωνύμιο (παραgώμ’)
Σχόλιο

  1.  
η bαϊλάνα
Ήταν πρόσφυγας του 1922.

  1.  
η bούμνα
Ήταν πολύ χοντρή.

  1.  
η Αbουλιίτσα (άντρας)
Όταν, στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, μπόλιαζε μια αγριελιά, εξέφρασε τον φόβο του και την απορία του «άραγε θα την χαρεί όταν μεγαλώσει ή θα του την πάρουν οι κομμουνιστές;».
[αbόλα = μπολιασμένη αγριελιά
αbουλιίτσα = μικρή αbόλα]

  1.  
η Αgι’λιιά (άντρας)


  1.  
η Ανημίτσα


  1.  
η Βδούκου
Ευδοκία

  1.  
η Δαφνιίτηνα
= Δαφνίταινα

  1.  
η HΟΚΑ (άντρας)
Έγραψε στο μπαλκόνι του το όνομα της απελευθερωτικής οργάνωσης της Κύπρου: ΕΟΚΑ.
[ΗΟΚΑ = ΕΟΚΑ]

  1.  
η Καβαλι’νού


  1.  
η Κ’σαdγιανή
Πρόσφυγας από το Κουσάντασι.

  1.  
η Καbουρίτσα
Έπασχε από κύφωση.

  1.  
η Καραgούνα
Ομοιότητα με καραγκούνα

  1.  
η Κουράδα (άντρας)


  1.  
η Κουρηλού


  1.  
η Κουρούνα ή ου Κουρουνιιός (άνδρας)


  1.  
η Ληνάρα (ευτραφής κυρία με το όνομα Ελένη)


  1.  
η Μαργιώνgα, ου Μαργιώνgους


  1.  
η Μθούνα


  1.  
η Μιλιτίνα


  1.  
η Παγώνα


  1.  
η Παλιιόπ’τσα (άντρας)
Όταν ήταν νεαρός επιτέθηκε σε ηλικιωμένη με ανήθικο σκοπό.

  1.  
η Πηρ’βουλαργιά, οι Πηρ’βουλαργιές
Ασχολιόταν με την καλλιέργεια κήπων (περιβολιών).

  1.  
η Πηταλούδα η κουλλι’μένι στου dοίχου (γυναίκα)
κοπέλα πολύ λεπτοκαμωμένη

  1.  
η Πινέζα (άντρας)
Είχε καταπιεί μια πινέζα.

  1.  
η Πιπίλα


  1.  
η Πιστίτσα


  1.  
η Πλατάνα
Καταγόταν από το χωριό Πλάτανος.

  1.  
η Προυκαλανίνα


  1.  
η Ραμόνα
Τραγουδούσε το τραγούδι «Ραμόνα».

  1.  
η Σ’κού
Αγαπούσε πολύ τα σύκα.

  1.  
η Σαγιιουνάρα (άντρας)
Κυκλοφορούσε με σαγιονάρες στο χωριό.

  1.  
η Σαλιιάρα
Όταν μιλούσε πετιόνταν τα σάλια της.

  1.  
η Σάμηνα
Είχε σχέσεις ερωτικές με εργαζόμενο στο πλοίο Σάμαινα.

  1.  
η Σαπ’ναργιά, οι Σαπ’ναργιές
Από το επάγγελμα που ασκούσε (παρασκεύαζε σαπούνι).

  1.  
η Σουκακιιάρα (άντρας)
Γύριζε στις γειτονιές (στα σοκάκια) κουτσομπολεύοντας.

  1.  
η Τράτα (άντρας)


  1.  
η Τσιγαρατζίνα
Πωλήτρια τσιγάρων.

  1.  
η Τσιγαρού (καπνίστρια)


  1.  
η Φραγκουμαζεύτρα
Η πρώτη γυναίκα καφετζίνα· μάζευε τα φράγκα των αντρών.

  1.  
η Φτηρουγαργιά (άντρας)
Έγερνε η μια πλάτη του σαν φτερούγα χτυπημένου πουλιού.

  1.  
η Χατζήδηνα
Η μόνη στο χωριό που είχε βαφτιστεί στον Ιορδάνη, τα χρόνια εκείνα πριν τον Β΄ Π. Πόλεμο.

  1.  
οι λουλου Κνιίτ’δης


  1.  
ου Gλέζους ή Αρκουδουπατ’μένους
Το «αρκουδοπατημένος» διακιολογείται από το γεγονός ότι ξάπλωσε στην πλατεία του χωριού να τον πατήσει η αρκούδα κάποιου αρκουδιάρη για να θεραπευτεί από τους πόνους στη μέση του.

  1.  
ου bέb’κας


  1.  
ου bέλους
Κλέφτης του χωριού· από τον γνωστό Μπέλο του υποκόσμου.

  1.  
ου bηbές
= μπεμπές

  1.  
ου bηνέτους


  1.  
ου bιbί
Καθημερινώς προέβλεπε και τον καιρό.

  1.  
ου bιζίκους


  1.  
ου bικάντ’ς


  1.  
ου bίνι’ς


  1.  
ου bιρbίλιιας


  1.  
ου bουbούνας
Μιλούσε βροντερά, σαν βροντή (bουbούνα).

  1.  
ου bουδουσάκι’ς
(Μποδοσάκης)
Παρίστανε τον πολύ πλούσιο.

  1.  
ου bουλαdανιιός
Ήταν κηπουρός.
(bουλαdανιιά dουμάτα = ντομάτα για πούλημα)

  1.  
ου bουλασίκι’ς


  1.  
ου bουρέκι’ς, τα bουρηκάκιια


  1.  
ου bουρλότους


  1.  
ου bουτ’κός
Το πρόσωπό του έμοιαζε με ποντικού (ποντικομούρης).

  1.  
ου bουτ’κός ή
ου Μανώλι’ς-Μανώλι’ς ή
ου Ουκτώμβρης ή
ου Ρόζους
Όταν έλεγε το όνομά του ή μιλούσε επαναλάμβανε τις λέξεις.

  1.  
ου bούτσ’κους


  1.  
ου dαbάκι’ς


  1.  
ου dάβανους


  1.  
ου Dιλιής


  1.  
ου Dιρές


  1.  
ου Gιιαούρ’ς


  1.  
ου Αβάντης


  1.  
ου Άθρουπους


  1.  
ου Αληξάκι’ς, η Αληξάκιηνα
Από το όνομα κάποιου προγόνου.

  1.  
ου Αράπ’ς
Ήταν μαύρος.

  1.  
ου Ασβηστάς
Από το επάγγελμά του (έφτιαχνε ασβέστη).

  1.  
ου Άχαης


  1.  
ου Βαβάους


  1.  
ου Βαρραβάς
Από την εμφάνιση και πιθανόν από τις πράξεις του κάποιος παπάς.

  1.  
ου Βαρκάρ’ς


  1.  
ου Βηλέντζας


  1.  
ου Βηνιιαμίν


  1.  
ου Βουίτ’ς ή Μουρφουνιιός
Έμοιαζε στο κεφάλι με τον «Μορφονιό», τον ήρωα του Θεάτρου Σκιών.

  1.  
ου Βούργιιας


  1.  
ου Βούτκας


  1.  
ου Γiιάννι’ς τς Παπαδγιάς


  1.  
ου Γαλατάς, οι Γαλατάδης


  1.  
ου Γάτους
Είχε γατίσια μάτια.

  1.  
ου Γιέμηλους


  1.  
ου Γιηρμανός
Ήταν πολύ ξανθός.

  1.  
ου Γιιαbανάς


  1.  
ου Γιιάννι’ς τ’ Σταμάτ’
Από το όνομα κάποιου προγόνου Σταμάτη.

  1.  
ου Γιιάνν ι’ς τς Τανάλιιας


  1.  
ου Γιιάννι’ς τ’ Σταυρή
Γιος του Σταυρή.

  1.  
ου Γιιάννι’ς  τς Μαρίας
Γιος της Μαρίας.

  1.  
ου Γιιάννι’ς τς Πάτρας
Γιος της Πάτρας.

  1.  
ου Γιιάννι’ς τσι Ψ’λής


  1.  
ου Γιιατρός τς Τρούbας


  1.  
ου Γιιουβάστας


  1.  
ου Γιιούζbας


  1.  
ου Γιιώργι’ς ου Πλατσάρας


  1.  
ου Γιιώργι’ς τ’ Σάββα


  1.  
ου Γιιώργους τς Ανημίτσας, η Ανημίτσα
Από το παρατσούκλι της μάνας του (Ανημίτσα)

  1.  
ου Γρίτσους


  1.  
ου Γ’ρουνάς


  1.  
ου Δ’μητρακούλι’ς


  1.  
ου Δακτυλιδάς
Φορούσε δακτυλίδια που δεν ήταν της τάξης του.

  1.  
ου Δανάους
Το όνομά του ήταν Δελής.

  1.  
ου Δαφνιίτ’ς, η Δαφνιίτηνα


  1.  
ου Δράκους τς Ληργιούς
Επιτέθηκε, στην περιοχή Λεριού, σε γυναίκα για ερωτικό σκοπό, την εποχή που έγραφαν οι εφημερίδες για τον «Δράκο του Σέιχ Σου» στη Θεσσαλονίκη.

  1.  
ου Ζέρβας


  1.  
ου Ηβραίους
= Εβραίος
(πολύ ακριβός παντοπώλης)

  1.  
ου Ηγγλέζους
= Εγγλέζος
(πολύ ξανθός)

  1.  
ου Ιζραηλιήτ’ς
= Ισραηλίτης
(πολύ ακριβός τεχνίτης)

  1.  
ου Θανάσ’ς ου Καπλάνι’ς


  1.  
ου Καραουλάνι’ς


  1.  
ου Καρbόβουλους


  1.  
ου Κ’τσός
Ανάπηρος πολέμου με κομμένο το ένα πόδι.

  1.  
ου Κ’φός
Ήταν κωφάλαλος.

  1.  
ου Καδής
Ήταν αυταρχική γυναίκα.

  1.  
ου Καbάρ’ς


  1.  
ου Καbουρουμύτ’ς
Από την «καμπουρωτή» μύτη του.

  1.  
ου Καΐλας


  1.  
ου Καλαμουβράκας


  1.  
ου Καλέμ’ς


  1.  
ου Καλιημέρα σας
Χαιρετά πάντα με το «καλημέρα σας!».

  1.  
ου Κανέλους


  1.  
ου Καπότ’ς


  1.  
ου Καραbουγάς


  1.  
ου Καρακατσάνι’ς


  1.  
ου Καραλιιάς


  1.  
ου Καρηκλάς
= καρεκλάς.
(Από το επάγγελμά του.)

  1.  
ου Καρλαύτ’ς


  1.  
ου Καρμανιιόλους
Πουλούσε τη δημοκρατική εφημερίδα του ΕΑΜ «Καρμανιόλος».

  1.  
ου Καρμάς


  1.  
ου Καρόνας


  1.  
ου Καστής


  1.  
ου Κατρέλιιας


  1.  
ου Κατρούλι’ς


  1.  
ου Κατσόλας


  1.  
ου Κατσούλι’ς


  1.  
ου Καψόκουλους


  1.  
ου Καψουλόους


  1.  
ου Κζίτ’ς ή Ασπρόκουλους
ασπρόκουλους = είδος κορυδαλλού.
(καυχιόταν ότι ανακάλυψε φωλιά του εν λόγω πουλιού).

  1.  
ου Κιιαγιιάς


  1.  
ου Κιικιιβασίλι’ς
Από την χαρακτηριστική επανάληψη, στην ομιλά του, της συλλαβής [κιι] και από το όνομά του (Βασίλης).

  1.  
ου Κλαρίτ’ς


  1.  
ου Κληοπούτσ’ς


  1.  
ου Κοgό / Κουgό
Από τη δυσκολία στην ομιλία· χρησιμοποιούσε τη συλλαβή [go].

  1.  
ου Κότσ’φας
Ήταν πολύ περήφανος σαν κότσυφας.

  1.  
ου Κουbουλουγάς
Κρατούσε πάντα κομπολόι ή «έπαιζε κομπολόι» τα κλειδιά του σχολείου στο οποίο ήταν διευθυντής.

  1.  
ου Κούκους


  1.  
ου Κουλαούζους


  1.  
ου Κουλέμ’ς


  1.  
ου Κουμαρέντζους


  1.  
ου Κουμμουνιστουφάγους
Στον εμφύλιο ζητούσε κάθε βράδυ να γίνονται συλλήψεις κομμουνιστών.

  1.  
ου Κουρδηλιιάνους


  1.  
ου Κουρνιιάχτ’ς


  1.  
ου Κουρούπ’ς,
θηλ. η Κουρούπα


  1.  
ου Κουσκουτάς
Παρίστανε τον πολύ πλούσιο την εποχή του «σκανδάλου Κοσκωτά».

  1.  
ου Κουσταdής ου Βαθχιώτ’ς
Ο παππούς του ήταν από το Βαθύ.

  1.  
ου Κώστας τς Πέτρηνας
= ο Κώστας της Πέτραινας
Ο πατέρας του λεγόταν Πέτρος.

  1.  
ου Κούτ’λας ή
ου Ρούσβελτ
Το πρώτο από το μεγάλο μέτωπο (κούτηλου) που είχε· ήταν καραφλός. Το δεύτερο γιατί ασχολούμενος με την πολιτική μιλούσε πολύ.

  1.  
ου Κουτούλας


  1.  
ου Κουτσουλούκους


  1.  
ου Κουτσουπούτσ’ς
Δεν είχε ή ήταν πολύ μικρή η φύση του.

  1.  
ου Κουψαχιείλι’ς
Έπασχε από λαγωχειλία· είχε σχισμένο χείλος.

  1.  
ου Κριθαρένιιους


  1.  
ου Λαbρινός
Ο πατέρας του λεγόταν Λαμπρινός.

  1.  
ου Ληχουμούνι’ς
Γέρος στην ηλικία ασέλγησε σε μικρό κορίτσι.

  1.  
ου Λι’ή
Στην ομιλία του χρησιμοποιούσε πολύ τον φθόγγο [λι].

  1.  
ου Λιιτζαρίνους


  1.  
ου Λουστός
Από την κορμοστασιά του, που έμοιαζε «σαν να κατάπιε λοστό».

  1.  
ου Μανδάνους
Από τη γυναίκα του, που λεγόταν Μανδάνη.

  1.  
ου Μανώλι’ς τζ Ζαφείρας
Από τη μάνα του, που λεγόταν Ζαφειρώ.

  1.  
ου Μαγνιήτ’ς
= Μαγνήτης

  1.  
ου Μ’τζούρ’ς
Μηχανικός σε λιοτρίβι (συνήθως μουτζουρωμένος από γράσα και λάδια μηχανής).

  1.  
ου Μ’χαλάρας
Μιχάλης πολύ μικρόσωμος· κατ’ ευφημισμόν.

  1.  
ου Μαλαγάνης


  1.  
ου Μαν’ώλι’ς τς Αργιυρής ή η Αργιυρή
Γιος της Αργυρής (Αργυρώς).

  1.  
ου Μανώλι’ς τζ Βάρδας
Αναχωρητής σε ξωκκλήσι στην περιοχή Βάρδα.

  1.  
ου Μασάκας, η Μασάκιηνα


  1.  
ου Μαστρουμανώλι’ς
Μανώλης μάστορας σιδηρουργός.

  1.  
ου Ματάκιιας, ή Τα ματάκιια
Είχε πολύ μικρά μάτια.

  1.  
ου Μαύρους
Ήταν πολύ μελαχρινός.

  1.  
ου Μιλέκους


  1.  
ου Μουνόβρακους
= Μονόβρακος

  1.  
ου Μουρτζούκους


  1.  
ου Μπουτίλιιας
Εμπορευόταν μποτίλιες υγραερίου.

  1.  
ου Νηνηγιιώργι ς
= Νενεγιώργης.
Γιώργος που επαναλάμβανε, στην ομιλία του, το [νη].

  1.  
ου Νι’κουβής


  1.  
ου Νι’κουμηδγειώτ’ς
Πρόσφυγας από την Νικομήδεια (1922).

  1.  
ου Ξάνθους
Ο πατέρας του λεγόταν Ξάνθος.

  1.  
ου Ξηρουκουμτσάς, οι Ξηρουκουμτσάδης
Για να εργάζονται χωρίς διακοπή στο μάζεμα της ελιάς οι εργάτες τους, τους πέταγαν μπροστά τους κομμάτια (ξεροκόμματα) ψωμί και όταν τα έφταναν τα έτρωγαν.

  1.  
ου Ό εστίν
Συνήθιζε να χρησιμοποιεί τη φράση «Ὃ ἐστίν».

  1.  
ου Ουραίους
Παρίστανε τον ωραίο.

  1.  
ου Παdηλάκι’ς, οι Παdηλάκι’δης
Από το όνομα κάποιου προγόνου (Παντελής).

  1.  
ου Πάκιιας


  1.  
ου Παλιιόκουζμους
Ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου εργάστηκε στην διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Όταν επέστρεψε στο χωριό και ρωτήθηκε για τους ξένους που γνώρισε, απάντησε «Παντού παλιόκοσμος είναι!»

  1.  
ου Παλιιός Χ’στός


  1.  
ου Παπαγιιώργι’ς, οι Παπαγιιώργι’δης
Από τον Παπα-Γιώργη.

  1.  
ου Παπαδ’μητράκι’ς
Από πρόγονό του παπά που ονομαζόταν Δημητράκης.

  1.  
ου Παπαϊππουκράτ’ς


  1.  
ου Παπακαυλαdούρ’ς
Παπάς στον Παγώνδα από τον Πύργο, λίγο ζωηρός.

  1.  
ου Παρασκιηυάς


  1.  
ου Παρτχιάς


  1.  
ου Πασούλι’ς, η Πασούληνα


  1.  
ου Πατμένους


  1.  
ου Πατούχας


  1.  
ου Πητσένιιους


  1.  
ου Πλάτανους


  1.  
ου Πουνουκιοίλι’ς
Έπασχε από κοιλιακά.

  1.  
ου Πουρδγιάς
Παρωνύμιο χαρακτηριστικό συνήθειας

  1.  
ου Πραπράκι’ς


  1.  
ου Ρόζ


  1.  
ου Ρόζους


  1.  
ου Ρούσκαρ’ς


  1.  
ου Σ’κάς
Αγαπούσε πολύ τα σύκα. Στην Κατοχή δίδασκε κιθάρα με αμοιβή σε σύκα.

  1.  
ου Σαλάχας


  1.  
ου Σαλέπ’


  1.  
ου Σαμαράς
Από το επάγγελμά του· κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε σαμάρια.

  1.  
ου Σαρκιής


  1.  
ου Σηdούκους
= Σεντούκος (< σεντούκι)

  1.  
ου Σκαμάκι’ς


  1.  
ου Σκαρπάθχιους
Έτσι ονομάστηκαν εργάτες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό προερχόμενοι από την Κάρπαθο.

  1.  
ου Σκατόπχιαστους
Ομολογεί το όνομα.

  1.  
ου Σκούρους


  1.  
ου Σουβλιής


  1.  
ου Σούμας


  1.  
ου Σουρμαής


  1.  
ου Σουσουράδας


  1.  
ου Σπόρους
= Σπόρος

  1.  
ου Σταθάρας
Ηδονοβλεψίας μεγαλόσωμος ονόματι Στάθης.

  1.  
ου Σταφίδας
Μεθούσε πολύ· γινόταν «σταφίδα» στο μεθύσι.

  1.  
ου Στέλιιους τς Αθηνιιάς
Γιος της Αθηνιιάς

  1.  
ου Στράτους


  1.  
ου Ταbάκι’ς


  1.  
ου Ταμτάκους
Είχε χρυσό μπροστινό δόντι (πλάγια άνω)

  1.  
ου Ταρζάν
Μικρός ανέβαινε στα δέντρα.

  1.  
ου Ταρταλιής


  1.  
ου Τζ’γόνι’ς


  1.  
ου Τζίτζας


  1.  
ου Τηbέλι’ς
Το αντίθετο από ό,τι ήταν· πολύ προκομμένος.

  1.  
ου Τουπούζας
Με μια τουπούζα, σε ενέδρα, χτύπησε χωριανό.
τουπούζα = μεγάλο ρόπαλο (< τουρκ. topuz)

  1.  
ου Τρούμαν
Ασχολούνταν πολύ με την πολιτική.

  1.  
ου Τρουμάρας


  1.  
ου Τζιτζιφχιόgους
Από τη συμπεριφορά του κάποιος παπάς.

  1.  
ου Τσ’κάλι’ς


  1.  
ου Τσακαγιιάννι’ς


  1.  
ου Τσάκαλους


  1.  
ου Τσανdαναλιής


  1.  
ου Τσατσάους


  1.  
ου Τσέρους


  1.  
ου Τσιbούκας / Τζ’bούκας


  1.  
ου Τσιληλής


  1.  
ου Τσίρους


  1.  
ου Τσόκας


  1.  
ου Τσόκμης


  1.  
ου Τσουγδής


  1.  
ου Τσουπάνι’ς


  1.  
ου Τσουρλιής


  1.  
ου Φαμηλιίτ’ς
= φαμελίτης.
Είχε πολλά παιδιά (μεγάλη φαμελιά)

  1.  
ου Φάντ’ς, οι Φάντηνης
Περπατούσε στητός και καμαρωτός και κάποια γειτόνισσα τον σχολίασε ότι περπατάει σαν «φάντ’ς» (φάντης της τράπουλας) και έμεινε…

  1.  
ου Φασαφούτας
Έπαιζε αρμόνικα, κάτι σαν ακορντεόν.

  1.  
ου Χάρακας


  1.  
ου Χάπ’ς


  1.  
ου Χαριβάρδους
Είχε σχέση με τους χαριβαρδινούς.

  1.  
ου Χαρτουφάς


  1.  
ου Χιιόνι’ς


  1.  
ου Χράμ’ς


  1.  
ου Ψυχόρους ή ου Ξ’λένιιους
Από το «Ψυχάρης».

  1.  
ου Ψιψής


  1.  
ου Ψουμάς


  1.  
τ’  Αγουράκι(άντρας)
Χαιρετούσε τις παρέες πάντα με την προσφώνηση «γεια σας αγόρια!» ακόμα και στα γεράματά του.

  1.  
τα λουλου Παπαστέλι’κα (Παπαστέλι’δης)
Απόγονοι του Παπα-Στέλιου με ιδιομορφίες.

  1.  
του Gαζηρό (άντρας)
Μικρός, ασχολούνταν με το ποδήλατό του κρατώντας πάντα ένα gαζηρό για να το λαδώνει.

  1.  
του Βιτσηντσό (γυναίκα)


  1.  
του Γιιουβίζ (άντρας)


  1.  
του Ζάχαρου (άντρας)
Έπασχε από μικρή ηλικία από ζάχαρο· ελάχιστοι τοτε γνώριζαν την πάθηση αυτή.

  1.  
του Ζούνι(άντρας)


  1.  
του Ηγουιστράκι(γυναίκα)
Δεν καταδεχόταν τους νεαρούς του χωριού.

  1.  
του Ηξηdαράκι (άντρας)


  1.  
του Καbουράκι (άντρας)
Έπασχε από κύφωση.

  1.  
του Καναρίνι


  1.  
του κουλλιητήρ’ (άντρας)


  1.  
του Λαρούgι
Ο έχων εξεσημασμένο μήλο του Αδάμ.

  1.  
του Λιιουdαράκι (άντρας)
Μικρόσωμος και πολύ μαλλιαρός.

  1.  
του Λουστρίνι(άντρας)
Ήταν πολύ μελαχρινός.

  1.  
του Μαdαρίνι (γυναίκα)
Κοπέλα με πολλές φακίδες στο πρόσωπο

  1.  
του Μανουβάκι (άντρας)
Το όνομά του ήταν Μανωλάκης και το απήγγελλε ψευδά.

  1.  
του ΝΑΤΟΥ (άντρας)
Είχε πολλά παιδιά· κατά την άποψη των χωριανών όχι όλα από τον ίδιο πατέρα.

  1.  
του Dουγανάκι (άντρας)


  1.  
του Πηdουμούνι
Άντρας με οικογένεια 5 γυναίκες (τη γυναίκα του και 4 κόρες).

  1.  
του Πητ’νάρ’ (άντρας)
Μικρόσωμος και όχι πολύ εμφανίσιμος· παρίστανε τον γυναικά.

  1.  
του Πιτσουνάκι (άντρας)


  1.  
του Πουλυβόλου (άντρας)


  1.  
του Σαλιgαράκι (άντρας)


  1.  
του Σαρκουbούλουμα (άντρας)


  1.  
του Στρουμφάκι
Το στρουμφάκι (μικρόσωμη γυναίκα)

  1.  
του Τακουνάκ ι’ / του Τακ’νάκι (άντρας)


  1.  
του Τρουμαράκι (γυναίκα)
Κόρη του Τρουμάρα.

  1.  
του Χασαπάκι (άντρας)
Ήταν χασάπης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου